προπαίδευμα
προπαίδ-ευμα, ατος, τό,
- = foreg., ἐγκύκλια π. Ph. 1.157.
προπαίδευμα, ατος (τὸ) c. le préc. Phil. 1, 157.
Étym. προπαιδεύω.
προπαίδευμα, τό, das in vorgängigem od. vorläufigem Unterricht Gelehrte, Philo, Hesych.