προπειράζω
προπειρ-άζω,
- = sq., -πειράζοντες δικέλλαις ἀνασκάπτειν Ph. Bel. 100.9; -άσαντες τὸ φάρμακον Herod.Med. ap. Orib. 8.3.7.
προ·πειράζω, c. le suiv. Phil. byz. Bel. 100.