Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρόπασμα
πρόπασμα, salve
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προπαραλύω
προπαραμυθέομαι
προπαρασημαίνομαι
προπαρασκευάζω
προπαρασκευαστέον
προπαρασκευαστέος
προπαρασκευαστικός
προπαρασκευή
προπαρατάσσω
προπαρατάττω
προπαρατέλευτος
προπαρατήρησις
προπαρατίθημι
προπαραχωρέω
προπαρεγγυάω
προπαρέρχομαι
προπαρέχω
προπαρίστημι
προπάροιθε
προπαροιθε
προπάροιθεν
προπαροιθεν
προπαροξυντέον
προπαροξυντικός
προπαροξύνω
προπαροξυτονέω
προπαροξυτόνησις
προπαροξύτονος
προπαροξυτόνως
πρόπας
πρόπασμα
προπαστάς
προπάσχω
προπατέω
προπατήρ
προπατορικός
προπάτωρ
προπαύω
προπείθω
προπεῖν
πρόπειρα
προπειράζω
προπειράομαι
προπειράω
προπεμπτήριος
προπεμπτικός
προπεμπτικῶς
πρόπεμπτος
προπέμπω
προπένθερος
προπεπαίνομαι
προπεπαίνω
προπέπτω
προπεραίνω
προπεριειλέω
προπεριελίσσω
προπεριζόμενος
προπερικαθαίρω
προπερίκειμαι
προπερικλύζω
προπεριλαμβάνω
…
πρόπασμα
Save
πρόπασμα, salve
LSJ
πρόπασμα, ατος, τό, (πάσσω)
salve,
PMasp.
6ii48 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}