προπαρατήρησις
προπαρατήρησις, previous observation
προπαρα-τήρησις, εως, ἡ,
- previous observation, Gal. 19.396.
προ·παρατήρησις, εως (ἡ) examen préliminaire, Gal. 19, 396.
Étym. π. παρατηρέω.