About Report a problem

Menu

προστέλλω

προστέλλω, to guard

προστέλλω, in Med., Δίκη δʼ ὁμαίμων κάρτα νιν προστέλλεται
  • sends him forth as a champion, A. Th. 415:—Pass., μακρὰν γὰρ ὡς γέροντι προὐστάλης ὁδόν hast travelled far . ., S. OC 20.
    • II διὰ τὸ . . προστέλλειν τὰ γυμνὰ ἕκαστον . . τῇ τοῦ ἐν δεξιᾷ παρατεταγμένου ἀσπίδι protect, shield, Th. 5.71, cf. D.C. 40.23 (unless f.l. for προσστ-, = draw close to, in both).

Saved

Recent