Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προστήθειος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προστάττω
προσταυρόω
προσταφιδόομαι
προσταφιδόω
προσταχή
προστέγασμα
προστεγαστήρ
προστέγιον
προστέγισμα
προστεγνόω
πρόστεγον
προστειχίζω
προστείχω
προστεκμαίρομαι
προστεκμαρτέος
προστεκταίνομαι
προστελείωσις
προστελέω
προστέλλω
προστέμνω
προστενάζω
προστένω
προστερατεύομαι
προστερνίδιον
προστερνίδιος
προστερνίζομαι
πρόστερνος
προστέρπω
προστεφανόω
προστεχνάομαι
προστήθειος
προστηθίδιον
προστηθίδιος
προστήθιον
προστηθίς
προστήκομαι
προστήκω
πρόστηξις
προστηρέω
προστήρησις
προστήσας
προστιβάζεται
προστιβάζομαι
προστιβάς
προστίζιος
προστίθημι
προστικτέον
προστίκτω
προστιλάω
προστιμάω
προστίμημα
προστίμησις
πρόστιμον
προστιμωρέω
προστινάσσω
προστοιβάζω
προστοιχειόω
προστομία
προστομιαῖον
προστόμιον
προστομίς
…
προστήθειος
Save
LSJ
προστήθ-ειος, ον,
= πρόστερνος,
Eust.
1328.32.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}