προστέγιον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape προστέγιον, τό, = προτέγιον, Plu. Caes. 17. προ·στέγιον, v. προτέγιον. προστέγιον -ου, τό [στέγος] voorportaal. προστέγιον, τό, Vordach, Vorhalle, Vorraum vor der Tür, ἐν τῷ προστεγίῳ τῆς θύρας ἐκάθευδεν, Plut. Caes. 17.