Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσυλάκτησις
προσυλάκτησις, carping
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προστρουθίζω
προστροχάζω
προστροχαστής
πρόστροχος
προστρωννύω
προστυγχάνω
πρόστυλος
πρόστυμμα
προστυπής
πρόστυπος
προστυπόω
πρόστυπτος
προστύπως
προστύπωσις
προστυφλόω
προστύφω
προστυχής
προστῷον
πρόστῳον
προσυβρίζω
προσυγγίγνομαι
προσυγγράφομαι
προσυγγράφω
προσύγκειμαι
προσυγχέω
προσυγχρίω
προσυδρεύω
προσυδρονομέομαι
προσυζεύγνυμι
προσυλακτέω
προσυλάκτησις
προσυλάω
προσυλλέγομαι
προσυλλέγω
προσυλλογίζομαι
προσυλλογισμός
προσυλλογιστέον
πρόσυλος
προσυμβαίνω
προσυμβάλλω
προσυμβιβάζω
προσυμβολέω
προσύμβολον
προσυμμίγνυμι
προσυμμίσγω
Πρόσυμνα
Προσυμναία Ἥρα
Προσυμναῖος
προσυμνέω
προσυμπάσσω
προσυμπλέκομαι
προσυμπλέκω
προσυμφαίνω
προσυμφύομαι
προσυμφωνέω
προσυνάγω
προσυναθροίζομαι
προσυναθροίζω
προσυναίρεσις
προσυναιρέω
προσυναπάντησις
…
προσυλάκτησις
Save
προσυλάκτησις, carping
LSJ
προσῠλάκτ-ησις, εως, ἡ,
carping,
Simp.
in Ph.
1182.38.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}