πρωτοδιάκονος
πρωτοδιάκονος, first deacon
πρωτο-διάκονος [ᾱ], ὁ,
- first deacon, Supp.Epigr. 6.243 (Phrygia, v A.D.).
πρωτο·διάκονος, ου (ὁ) [ᾰ] c. ἀρχιδιάκονος, Bas. 3, 1641 Migne.