Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρῳζός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρυμνοῦχος
Πρυμνώ
πρυμνώρεια
πρυμνωρείη
πρυτανάρχης
πρυτανεία
Πρυτανεία
πρυτανεῖον
πρυτάνειος
πρυτάνευμα
πρυτανεύς
Πρυτανεύς
πρυτανευτής
πρυτανεύω
πρυτανηΐη
πρυτανήϊον
πρυτανικός
πρύτανις
Πρύτανις
πρυτανῖτις
Πρυτανῖτις
πρώ
πρῴ
πρῳαίτατος
πρῳαίτερον
πρῳαίτερος
πρώαν
πρωγγυεύω
πρώγγυος
πρώειρα
πρῳζός
πρῷζος
πρωή
πρώην
πρῴην
πρῳηρότης
πρωθευρετής
πρωθήβη
πρωθήβης
πρώθηβος
πρωθύπνιον
πρωθύστερον
πρωθύστερος
Πρωθώ
πρωΐ
πρωί
πρῶι
πρωΐα
πρωία
πρωϊαιτ
πρωϊαίτατα
πρωϊαίτατος
πρωϊαίτερος
πρωϊανθής
πρωϊβλαστέω
πρωϊβλαστής
πρωϊβλαστία
πρωΐβλαστος
πρώϊζα
πρώιζα
πρωιζά
…
πρῳζός
Save
LSJ
πρῳζός, v. πρωϊζός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}