πρυτανικός
πρυτανικός, of/for the prytanis
πρῠτᾰν-ῐκός, ή, όν,
- of or for a πρύτανις, ἡ π. ἐξουσία IG 12(7).396.5 (Amorgos), cf. Inscr.Perg. 254.7; π. γραφή action against a πρύτανις, Harp. s.v. ῥητορικὴ γραφή; ἐσθῆτες Herm.Hist. 2: -κόν, τό, = πρυτανεῖον, στῆσαι ἐν τῷ π. IG 2(2).915, al.; also, receipts from πρυτανεῖα (?), ib. 11 (2).287 A 13 (Delos, iii B.C.).
- 2 having the rank of ex-πρύτανις, Wilcken Chr. 27.16 (ii A.D.), etc.
πρυτανικός, ή, όν [ῠᾰ] de prytane, Ath. 149e.
Étym. πρύτανις.
πρυτανικός, zum πρύτανις oder zur πρυτανεία gehörig, ἐν στολαῖς λευκαῖς, ἃς μέχρι καὶ νῦν καλοῦσι πρυτανικὰς ἐσθῆτας, Ath. IV.149d.