Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πυγαλγής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πτωχοπλούσιος
πτωχοποιός
πτωχός
πτωχότης
πτωχοτροφεῖον
πτωχοτροφέω
πτωχοτροφία
πτωχοτρόφος
πτωχοφανής
πτωχῶς
πύα
πυαλίς
πυαλίτης
πύαλος
Πυανεψία
Πυανέψια
πυανέψια
Πυανεψιών
πυάνιον
πυάνιος
πύανον
πύανος
Πυανόψια
Πυανοψιών
πῦαρ
πυαρίτη
πυαρίτης
πύας
πυγαῖον
πυγαῖος
πυγαλγής
πυγαλγίας
πύγαργος
πυγαρίζω
Πύγελα
Πυγελεύς
πυγεών
πυγή
πυγηδόν
πυγίδιον
πυγίζω
πύγισμα
πυγιστής
πυγιστί
πυγλίον
πυγμά
Πυγμαῖοι
Πυγμαιομάχος
πυγμαῖος
Πυγμαῖος
Πυγμαλίων
πυγμαχέω
πυγμαχία
πυγμαχίη
πυγμάχος
πυγμή
πυγμῇ
πυγμικός
πυγμομαχία
πυγολαμπάς
πυγολαμπίς
…
πυγαλγής
Save
Pape
πυγαλγής
, [ῡ], ές,
am Hintern Schmerzen leidend, EM
.; bei Strab. falsch πυγαλίας.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}