πυρομάχος Save LSJ Bailly 2024 Pape πῠρο-μάχος [ᾰ], ον, = πυριμάχος, Thphr. Lap. 9. πυρο·μάχος, ου (ὁ) [ῠᾰ] c. πυριμάχος, Th. Lap. 9 ; Rhét. 1, 580 W. πυρομάχος, = πυριμάχος, Theophr.