Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πυροσπορέω
πυροσπορέω, sow with wheat
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πυροειδῶς
πυρόεις
πυροεργής
πυροῖς
πυροκαπηλεύω
πυροκλοπία
πυροκλόπος
πυρολαβίς
πυρολαμπίς
πυρολόγος
πυρομαντεία
πυρομαντία
πυρόμαντις
πυρομαχέω
πυρομάχος
πυρομετρέω
πυρομέτρης
πυρομετρητής
πυρόν
πυροπάλαμος
πυροπεμψίφλογος
πυροπίπης
πυροποίκιλος
πυροπωλεῖον
πυροπωλέω
πυροπώλης
πυρορραγής
πυρός
πυροσθενής
πυροσιτόχροος
πυροσπορέω
πυρόσπορος
πυροστάτης
πυροστρόφον
πυροσώματος
πυρότης
πυροτομία
πυροφεγγής
πυροφθόρος
πυροφοβέω
πυροφορέω
πυροφορικός
πυροφόρος
πυρόχρους
πυρόχρως
πυρόω
πυρπαλαμάομαι
πυρπάλαμος
πυρπερέγχει
πυρπνέουσα
πυρπνέων
πύρπνοος
πύρπνους
πυρπολέω
πυρπόλημα
πυρπόλησις
πυρπολητής
πυρπόλος
πύρρα
Πύρρα
πυρραγής
…
πυροσπορέω
Save
πυροσπορέω, sow with wheat
LSJ
πῡροσπορέω,
sow with wheat,
POxy.
1628.11 (i B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}