About Report a problem

Menu

πύρνος

πύρν-ος, ὁ,
  • = ψωμός, Hsch.: pl., expld. by ζειαὶ κνηστώδεις, ὁ κατειργασμένος σῖτος, χόρτος or μαγίς, Id.

Saved

Recent