πυρωτικός
πυρωτικός, heating
πῠρ-ωτικός, ή, όν,
- heating, δύναμις Dsc. 2.171; ἄκοπον τὸ π. Hippiatr. 103; τὸ π. τῶν σωμάτων Corn. ND 30.
πυρωτικός, ή, όν [ῠ] qui a la propriété de brûler, caustique, Diosc. 2, 202, etc. ||
Sup. -ώτατος, Diosc. 3, 78.
Étym. πυρωτός.
πυρωτικός, brennend, verbrennend, Sp.