πυριφλέγων
πῠρι-φλέγων, οντος, ὁ,
- = foreg. [πυριφλεγής] I, E. Ba. 1019 (lyr.).
πυρι·φλέγων, οντος [ῠ] adj. m. c. le préc. Eur. Bacch. 1019.
πυριφλέγων, ὁ, = πυριφλεγής, λέων, Eur. Bacch. 1015.
πυριφλέγων
πῠρι-φλέγων, οντος,