σέμελος
σέμελος, ὁ, Lacon. for κοχλίας, Apollas ap. Ath. 2.63d, cf. Hsch.: σεμελοιρίδαι· οἱ ἄνευ κελύφους, οὓς ἔνιοι λίψακας, Id.
σέμελος, ου (ὁ) limaçon, Ath. 63c.
σέμελος, ὁ, v.l. für σέσιλος. Doch nach Hesych. ist es die nackte Schnecke, nach Ath. II.63c Lazedämonisch = κοχλίας.