σεμνομυθία Save LSJ Bailly 2024 Pape σεμνο-μῡθία, ἡ, = σεμνολογία, Suid. s.v. Ἀδάμ. σεμνομυθία, ας (ἡ) [ῡ] c. σεμνολογία, Anon. Étym. Suid. vo Ἀδάμ. σεμνομυθία, [ῡ], ἡ, = σεμνολογία, Anonym. bei Suid.