σεμνοδότειρα
σεμνοδότειρα, giver of glorious gifts
σεμνο-δότειρα, ἡ,
- giver of glorious gifts, Φήμα B. 2.1.
σεμνο·δότειρα, ας (ἡ) dispensatrice de majesté, Bacchyl. 2, 1.
Étym. σ. δίδωμι.