σανδαλίσκος
σανδαλ-ίσκος, ὁ, Dim. of σάνδαλον, Ar. Ra. 406 (s.v.l., τὸ -κον Blass):—also σαμβᾰλίσκος, ὁ, heterocl. pl. -ίσκα, Hippon. 18.
σανδαλίσκος, ου (ὁ) [δᾰ] dim. de σάνδαλον, Ar. Ran. 405.
σανδαλίσκος, ὁ, dim. von σάνδαλον, Ar. Ran. 405.
σανδαλίσκος
σανδᾰλίσκος, ὁ,
Dim. of σάνδαλον, Ar.