σανδαράχη Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σανδαράχη, ης (ἡ) [δᾰᾰ] c. σανδαράκη, Hpc. 466, 20 ; Diosc. 5, 103 ; Alciphr. 1, 33. σανδαράχη zie σανδαράκη. σανδαράχη, ἡ, Alciphr. 1.33, = σανδαράκη.