σαρδόνιος
σαρδόνιος,
- v. σαρδάνιος. σάρδοντα· διαπίπτοντα, Hsch.
1 σαρδόνιος, α, ον, c. σαρδάνιος, Pol. 17, 7, 6 ; Plut. C. Gracch. 12, etc.
σαρδόνιος, s. σαρδάνιος u. σαρδών.
σαρδόνιος, α, ον
v. Σαρδάνιος.