σάρητον
σάρητον, τό,
- = σάραπις (garment), S. Fr. 135 (v.l. σαλητόν).
σάρητον, ου (τὸ) sorte de vêtement, p.-ê. c. σάραπις, Soph. fr. 139 Dind.
σάρητον, τό, βαρβαρικὸς χιτών, VLL aus Soph. frg. 139. Vgl. σάραπις.