σαρκάω Save LSJ Pape Middle Liddell σαρκάω, v. σαρκοκύων. σαρκάω, = σαρκάζω 2 ; Hesych. erkl. σαρκῶν, σεσηρώς. Vgl. σαρκοκύων. σαρκάω, = σαρκάζω, Ar.