σαστήρ
σαστήρ, ῆρος, ὁ,
- dub. sens. (cf. Supp.Epigr. 3.602), τὸν σαστῆρα τῷ δάμῳ διαφυλαξῶ SIG 360.24 (Chersonesus Taurica, iii B.C.).