σειραγωγεύς
σειραγωγεύς, cord for leading
σειρ-ᾰγωγεύς, έως, ὁ,
- cord for leading (cf. ῥυταγωγεύς), Poll. 1.216.
σειραγωγεύς, ὁ, ein Leitseil, Poll. 1.216.
σειραγωγεύς, cord for leading