σειρηφόρος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σειρηφόρος, ον, Ion. for σειραφόρος. σειρη·φόρος, v. σειραφόρος. σειρηφόρος Ion. voor σειραφόρος. σειρηφόρος, ion. = σειραφόρος.