σκιόφως
σκιόφως, twilight
σκῐό-φως, ωτος, τό,
- twilight, formed like λυκόφως, Hld. 5.27.
σκιό·φως, φωτος (τὸ) crépuscule, Hld. 5, 27.
Étym. σκιά, φῶς ; cf. λυκόφως, λυκαυγές.
σκιόφως, ωτος, τό, Dämmerlicht, bes. Abenddämmerung, Heliod. 5.27 u. a.Sp.