σκιόθηρον
σκιόθηρον, sundial
σκῐόθηρ-ον, τό,
- = σκιοθήρης, Plu. Marc. 19, D.L. 2.1: as Adj., ἀπὸ τῶν . . σ. ὀργάνων Ptol. Geog. 1.2.2.
σκιό·θηρον, ου (τὸ) cadran solaire, Plut. Marc. 19 ; DL. 2, 1.
Étym. cf. σκιαθήρας.
σκιόθηρον, τό, spätere Form statt σκιάθηρον.