σκιοθηρικός
σκιοθηρικός, of a sundial
σκῐοθηρ-ικός, ή, όν,
- of a sundial, γνώμονες Str. 2.5.24; διὰ τῶν σ. (sc. ὀργάνων) sun-dials, Cleom. 1.8.
σκιοθηρικός, ή, όν, de cadran solaire, Str. 125 ; τὸ σκιοθηρικόν (s. e. ὄργανον), Cléom. 1, p. 43 Balf. cadran solaire.
Étym. σκιόθηρον.