σκυβαλώδης
σκυβαλώδης, refuse-like
σκῠβᾰλ-ώδης, ες,
- refuse-like, Anon.Lond. 29.39, Suid. s.v. ἐραῖα.
σκυβαλώδης, ες, von der Art des Auswurfs, dem Auswurf ähnlich ; τὸ σκ., = σκύβαλον, Suid. u. Sp.