σκυβαλικός
σκυβαλικός, dirty, mean
σκῠβᾰλ-ικός, ή, όν,
- dirty, mean, ἀργυρίοισι σκυβαλικοῖσι, of bribes, Timocr. 1.6 vulg., contra metrum; κυβαλικοῖσι Bgk.
σκυβαλικός, ή, όν [ῠᾰ] méprisé, méprisable, Timocr. (Plut. Them. 21, 3 vulg. ; σκυβαλικτός conj.).
Étym. σκύβαλον.
σκυβαλικός, verachtet, verächtlich, ἀργύρια Plut. Them. 21.