σκυληφόρος
σκῡλ-ηφόρος, ον, poet. for σκυλοφόρος, AP 9.428 (Antip. Thess.).
σκυλη·φόρος, ος, ον [ῡ] c. σκυλοφόρος, Anth. 9, 428.
σκυληφόρος, [ῡ], poet. = σκυλοφόρος, Antip.Thess. 14 (IX.428).
σκυληφόρος
σκῡλη-φόρος, ον,
poetic for σκυλοφόρος, Anth.