σμικρο- Save LSJ σμῑκρο-, for all words beginning thus v. μικρο-. (σμικρολογέομαι, = μικρολογέομαι I, Gal. UP 11.15; σ[μικρο]λόγος is dub. in Supp.Epigr. 4.512 (Ephesus, ii A.D.).)