σμικρύνω
σμικρύνω, think meanly of
σμῑκρύνω,
- think meanly of, τὰς προτάσεις App. Mac. 9.3; cf. μικρύνω.
σμικρύνω, v. μικρύνω.
σμικρύνω, [ῑ], att. statt μικρύνω.
σμικρύνω, think meanly of