σμικρός
σμῑκρός, σμῑκρότης, σμῑκρόφθαλμος, v. μικρός, μικρότης, μικρόφθαλμος.
σμικρός, v. μικρός.
σμικρός, [ῑ], ion. u. altattisch statt μικρός, klein ; es findet sich diese Form auch Il. 17.757, wo der Vers sie herbeiführte, u. bei Pind., σμικρὸς ἐν σμικροῖς, P. 3.107 ; gew. bei Tragg., wie Aesch. Ch. 202, 260, Suppl. 936 ; Soph. u. Eur.; Thuc. 4.13, 7.75 ; bei Plat. die herrschende Form.
σμικρός
-ή, -όν
[(σ)μικρός.]
Small Il. 17.757.
σμικρός
- 1small, unimportant σμικρὸς ἐν σμικροῖς ἔσσομαι P. 3.107 cf. μικρός.
σμικρός = μῑκρός, Il. 17.757.
σμικρός
σμῑκρός, ά, όν
Ionic and old Attic for μικρός.