σμιλευτός
σμιλευτός, cut, carved
σμῑλ-ευτός, ή, όν,
- cut, carved, AP 7.411 (Diosc.).
σμιλευτός, ή, όν [ῑ] finement ciselé, Anth. 7, 411.
Étym. vb. du suiv.
σμιλευτός, [ῑ], geschnitzt, geschnitzelt, γράμματα Diosc. 17 (VII.411).
σμιλευτός
σμῑλευτός, ή, όν
- cut, carved, Anth.