σμύραινα
σμύραινα [ῡ], ἡ,
- = μύραινα, Pl.Com. 151, Mnesim. 4.39, Arist. HA 504b34, Agatharch. 33; cf. σμῦρος.
σμύραινα, ἡ, poet. statt μύραινα.