σοροεργός
σοροεργός, coffinmaking
σορο-εργός, όν,
- coffin-making, τέχνης κανονίσματα Man. 4.191.
σορο·εργός, οῦ (ὁ, ἡ) qui fabrique des cercueils, Man. 4, 191.
Étym. σ. ἔργον.
σοροεργός, Särge machend, σοροεργὰ τέχνης καινίσματʼ ἔχοντες Maneth. 4.191.