σπονδηφορέω
σπονδ-ηφορέω,
- = σπονδοφορέω, Luc. Syr.D. 42 (v.l. σπονδὴν φορ-).
σπονδη·φορέω-ῶ, offrir des libations, Luc. Syr. 42.
Étym. σπονδή, -φόρος de φέρω.
σπονδηφορέω, eine σπονδή darbringen, Luc. Dea Syr. 42.