Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταχυολόγον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταφυλοκλοπίδης
σταφυλολόγον
σταφυλολόγος
Στάφυλος
σταφυλοτομέω
σταφυλοτομία
σταφυλοτόμον
σταφυλοτόμος
σταφυλοφόρος
σταφύλωμα
σταχάνη
στάχι
σταχυηκομάω
σταχυηκομέω
σταχυηκόμος
σταχυηλόγος
σταχυηρός
σταχυητόμος
σταχυητρόφος
σταχυηφορέω
σταχυηφόρος
σταχύϊνος
σταχυΐτης
σταχυῖτις
σταχυμήτωρ
σταχυοβολέω
σταχυοειδής
σταχυόθριξ
σταχυολογέω
σταχυολογία
σταχυολόγον
σταχυολόγος
σταχυόομαι
σταχυοπλόκαμος
σταχυοστέφανος
σταχυοτομέω
σταχυοτόμος
σταχυοτρόφος
σταχυοφορέω
σταχυοφόρος
σταχυόω
στάχυς
Στάχυς
σταχυφορέω
σταχυώδης
στάω
στεάζω
στέαρ
στεάτινος
στεάτιον
στεατοκήλη
στεατόομαι
στεατόω
στεατώδης
στεάτωμα
στεατωμάτιον
στεγάζω
στεγάνα
στεγάνη
στεγανή
στεγανογραφία
…
σταχυολόγον
Save
LSJ
στᾰχῠο-λόγον, τό,
prob.l. for
σταφυλο-,
Suid.
s.v. ποίην.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}