σταχυοτρόφος
σταχυοτρόφος, nourishing ears of grain
στᾰχῠο-τρόφος, ον,
- nourishing ears of corn, Orph. H. 40.3.
σταχυο·τρόφος, ος, ον [ᾰ] qui nourrit les épis, Orph. H. 39, 3.
Étym. στ. τρέφω.
σταχυοτρόφος, Aehren nährend, Orph. H. 39.3.