Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταχυοτόμος
σταχυοτόμος, tribulum
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταφυλοτόμον
σταφυλοτόμος
σταφυλοφόρος
σταφύλωμα
σταχάνη
στάχι
σταχυηκομάω
σταχυηκομέω
σταχυηκόμος
σταχυηλόγος
σταχυηρός
σταχυητόμος
σταχυητρόφος
σταχυηφορέω
σταχυηφόρος
σταχύϊνος
σταχυΐτης
σταχυῖτις
σταχυμήτωρ
σταχυοβολέω
σταχυοειδής
σταχυόθριξ
σταχυολογέω
σταχυολογία
σταχυολόγον
σταχυολόγος
σταχυόομαι
σταχυοπλόκαμος
σταχυοστέφανος
σταχυοτομέω
σταχυοτόμος
σταχυοτρόφος
σταχυοφορέω
σταχυοφόρος
σταχυόω
στάχυς
Στάχυς
σταχυφορέω
σταχυώδης
στάω
στεάζω
στέαρ
στεάτινος
στεάτιον
στεατοκήλη
στεατόομαι
στεατόω
στεατώδης
στεάτωμα
στεατωμάτιον
στεγάζω
στεγάνα
στεγάνη
στεγανή
στεγανογραφία
στεγανογράφος
στεγανομέομαι
στεγανόμιον
στεγανόμος
στεγανόπους
στεγανός
…
σταχυοτόμος
Save
σταχυοτόμος, tribulum
LSJ
στᾰχῠο-τόμος, ὁ,
= Lat.
tribulum,
Charis. p.554 K.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}