Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στεάζω
στεάζω, fatten
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταχυηρός
σταχυητόμος
σταχυητρόφος
σταχυηφορέω
σταχυηφόρος
σταχύϊνος
σταχυΐτης
σταχυῖτις
σταχυμήτωρ
σταχυοβολέω
σταχυοειδής
σταχυόθριξ
σταχυολογέω
σταχυολογία
σταχυολόγον
σταχυολόγος
σταχυόομαι
σταχυοπλόκαμος
σταχυοστέφανος
σταχυοτομέω
σταχυοτόμος
σταχυοτρόφος
σταχυοφορέω
σταχυοφόρος
σταχυόω
στάχυς
Στάχυς
σταχυφορέω
σταχυώδης
στάω
στεάζω
στέαρ
στεάτινος
στεάτιον
στεατοκήλη
στεατόομαι
στεατόω
στεατώδης
στεάτωμα
στεατωμάτιον
στεγάζω
στεγάνα
στεγάνη
στεγανή
στεγανογραφία
στεγανογράφος
στεγανομέομαι
στεγανόμιον
στεγανόμος
στεγανόπους
στεγανός
στεγανότης
στεγανόω
στεγάνωμα
στεγανῶς
στέγαρχος
στεγάρχων
στεγάσιμος
στέγασις
στέγασμα
στεγαστέον
…
στεάζω
Save
στεάζω, fatten
LSJ
στεάζω,
fatten,
Al.
Ps.
19(20).4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}