About Report a problem

Menu

στεγάσιμος

στεγάσιμος, for roofing

στεγ-άσιμος [ᾰ], ον,
  • for roofing, πάπυροι στεγάσιμοι εἰς τὴν θαλαμηγόν PLond. ined. 2093 (iii B.C.).
      • 2 shady, Hsch. s.v. ἐρέψιμον.

Saved

Recent