στελίδιον Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell στελίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petit manche de cognée, Babr. 21. Étym. dim. de στελεόν. στελίδιον, τό, dim. zu στελεόν, Stielchen, Babr. στελίδιον στελίδιον (ῐ), ου, τό, Dim. of στελεόν, Babr.