στελεχητόμος
στελεχητόμος, cutting stems
στελεχ-ητόμος, ον,
- cutting trunks, πέλεκυς AP 6.103 (Phil.).
στελεχη·τόμος, ος, ον, qui coupe les troncs, Anth. 6, 103.
Étym. στέλεχος, τέμνω.
στελεχητόμος, Stamme schneidend, abhauend, πέλεκυς Philp. 15 (VI.103).
στελεχητόμος
στελεχη-τόμος, ον,
τέμνω
- cutting stems, Anth.