στεμματοφόρος Save LSJ Bailly 2024 στεμμᾰτο-φόρος, ον, = στεφανηφόρος II, Ptol. Tetr. 176. στεμματο·φόρος, ος, ον [ᾰ] qui porte une guirlande, Ptol. Tetr. 176. Étym. στέμμα, φέρω.