στιβάδιον
στιβάδιον, little mattress
στῐβάδ-ιον, τό, Dim. of στιβάς, Plu. Phil. 4, Luc. Tox. 31, App. BC 1.61.
στιβάδιον, ου (τὸ) [ῐᾰ] dim. de στιβάς, Plut. Phil. 4 ; Luc. Tox. 31.
στιβάδιον, τό, dim. von στιβάς, Plut. Philop. 4 u. a.Sp.
στιβάδιον
στῐβάδιον, ου, τό,
Dim. of στιβάς, Plut., Luc.